Ο όρος σόου προέρχεται από την αγγλική γλώσσα, όπου ήδη από τον 16ο αιώνα δηλώνει το δημόσιο ψυχαγωγικό θέαμα. Στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα, ο όρος διευρύνεται σημασιολογικά και καθιερώνεται κυρίως στην Αμερική, περιγράφοντας κάθε είδους ψυχαγωγική επίδειξη. Στο πλαίσιο αυτό αναπτύσσονται ποικίλα θεάματα, όπως παραστάσεις τσίρκου [circus shows], θεάματα ετερόμορφων [freak shows], θεάματα τρόμου [horror shows], παραστάσεις με επίκεντρο τη ζωή της Άγριας Δύσης - ουέστερν σόου [wild west shows] και παραστάσεις κουκλοθεάτρου [puppet shows], ενώ διαμορφώνεται και σχετική ορολογία (π.χ. show pieces [νούμερα], showgirl [νεαρή καλλιτέχνις ή αρτίστα], showman/showoman [ο/η πρωταγωνιστής/πρωταγωνίστρια ή/και κονφερανσιέ ή/και παραγωγός της παράστασης], showroom [αίθουσα παρουσίασης]). Από αυτή την εξέλιξη προκύπτει ο γενικός όρος «show business» [showbiz], που περιγράφει συνολικά τη βιομηχανία του θεάματος.
Κατά τον 19ο αιώνα, η έννοια του σόου εδραιώνεται μέσα από τα θεάματα ποικιλιών ή βαριετέ [variety shows], συχνά σε περιοδεύουσα μορφή [road shows]. Τα θεάματα αυτά συνδύαζαν διαφορετικές παραστατικές τέχνες, όπως μουσικοθεατρικά σκετς, χορό, ταχυδακτυλουργικά, ακροβατικά και νούμερα με ζώα.
Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, νέα είδη όπως το μπουρλέσκ [burlesque show] και το αμερικανικό βωντβίλ [vaudeville show], που παρουσιάζονται σε θέατρα και νυχτερινά κέντρα, καθιερώνουν τη μορφή του σόου ως φανταχτερού, πολυθεματικού θεάματος. Λίγο αργότερα, ο κινηματογράφος και οι πρώτες ταινίες-επιθεωρήσεις [revue films] ενισχύουν περαιτέρω τη βιομηχανία του θεάματος και επηρεάζουν τη διαμόρφωση του μιούζικαλ [musical shows] και του Broadway [Μπρόντουεϋ], ταυτίζοντας το σόου με το υπερθέαμα.
Από τα μέσα του 20ού αιώνα, η τηλεόραση προσδίδει στο σόου έντονο προσωποκεντρικό χαρακτήρα, με έμφαση στους/στις παρουσιαστές/παρουσιάστριες και στους/στις καλεσμένους/καλεσμένες καλλιτέχνες/καλλιτέχνιδες. Παράλληλα αναπτύσσονται διαγωνιστικά σόου ταλέντων [talent shows], αφιερωμένα στην ανάδειξη καλλιτεχνικών δεξιοτήτων. Το σόου καθίσταται επίσης βασικό στοιχείο μεγάλων πολιτιστικών διοργανώσεων, όπως ο μουσικός διαγωνισμός Eurovision Song Contest.
Στην Ελλάδα, από τη δεκαετία του 1950, κυριαρχούν τα σόου πίστας στα νυχτερινά κέντρα. Εμβληματικές μορφές του είδους υπήρξαν η Ζωζώ Σαπουντζάκη, ο δημοφιλής δεξιοτέχνης Γιώργος Μαρίνος και ο εκκεντρικός σόουμαν Γιάννης Φλωρινιώτης. Στην ελληνική τηλεόραση, από τα πρώτα χαρακτηριστικά παραδείγματα ήταν το «Πράματα και θάματα» (ΕΡΤ, 1983) και το φαντασμαγορικό ψυχαγωγικό σόου «Ciao ANT1» (ΑΝΤ1, 1993).